Σε μια στιγμή αδυναμίας, όταν ο νους ταξιδεύει στου "απείρου τη νυχτιά", όταν οι κεραίες της ευαισθησίας είναι τεντωμένες και ο χείμαρρος των συναισθημάτων ξεχειλίζει, τότε αρκεί μία μικρή σπίθα δημιουργικής έμπνευσης, για να προκύψει κάτι το ευφάνταστο. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η δημιουργία του συγεκριμένου ιστολογίου, με τη φιλοδοξία να αποτελέσει χώρο γόνιμης ανταλλαγής σκέψεων, διανοημάτων, εμπειριών. Στη βάση της προσπάθειας αυτής-που δεν διεκδικεί τα εύσημα του επαγγελματισμού-βρίσκεται η αγάπη για καθετί το ανθρώπινο, για κάθε μορφή πνευματικής δραστηριότητας που ανάγει τον άνθρωπο στη σφαίρα της αιωνιότητας και δεν τον αφήνει να χαθεί στη "σκόνη του χρόνου". Με όχημα, λοιπόν, την ευαισθησία, το όνειρο, τη φαντασία, ακόμη και την ψευδαίσθηση, ας ταξιδέψουμε σε έναν κόσμο που επιμένει να φέρει ακόμα τη σφραγίδα της γνησιότητας, του αλώβητου, του καθαρού, του άσπιλου και αμόλυντου από την πεζότητα και ρηχότητα της καθημερινότητάς μας!!!

Αντί καλωσορίσματος...

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!

Κ. Καρυωτάκης, Ελεγεία και Σάτιρες

ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ ΣΕ ΤΙΤΛΟΥΣ

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Φρειδερίκος Νίτσε-Κώστας Καρυωτάκης: στο δρόμο ανταμώσαμε



Περιπλανώμενη στα μονοπάτια της ποιητικής τέχνης σκόνταψα πάνω σε ένα ποίημα του Φρειδερίκου Νίτσε, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία του με τίτλο "Πρελούδιο σε γερμανικές ρίμες"(Φ. Νίτσε, Ποιήματα, μετάφραση Αλέξάνδρου, Επιμέλεια Δημήτρης Χορόσκελης, Θεσσαλονίκη 2007).  
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο επιμελητής της έκδοσης, "Τα συγκεκριμένα ποιήματα χαρακτηρίζονται από τη συντομία και την ευστοχία του αφορισμού(πολλά δεν ξεπερνούν τις 2-3 σειρές) και εκφράζουν πιστά το νιτσεϊκό πνεύμα, που θα μπορούσε να συνοψιστεί στον ορισμό του μηδενισμού που έδωσε ο ίδιος: "Μηδενιστής είναι ο άνθρωπος που πιστεύει ότι ο Κόσμος όπως είναι, δεν πρέπει να είναι, και ο Κόσμος όπως θα έπρεπε να είναι, δεν μπορεί να υπάρξει..." ΄Αυτό δεν είναι μηδενισμός, αυτό είναι υπέρτατος ρεαλισμός!

Η πέννα γρατσουνάει 

Η πέννα γρατσουνάει: Τί κόλαση;
Είμαι καταδικασμένος να γρατσουνάω;
Γρήγορα τη βουτάω στο μελάνι
γράφω με ποταμούς μελάνι.
Πώς κυλάει τώρα, τόσο πυκνό, τόσο πλατύ!
Πώς πετυχαίνει κάθετί που δοκιμάζω!
Μόνο που δεν διαβάζεται η γραφή-
μα τί με νοιάζει; Και ποιός διαβάζει αυτά που
γράφω;


Το ποίημα αποτυπώνει με εύγλωττο τρόπο την αναμέτρηση του ποιητή, του δημιουργού με το έργο του. Είναι η στιγμή που η έμπνευση συναντά την ποιητική ευαισθησία, που ο χείμαρρος των ιδεών, των συναισθημάτων ξεχειλίζει και ψάχνει να βρει διέξοδο, να σαρκωθεί γλωσσικά. Και τότε έρχεται η τραγική διάψευση: η τέχνη παραμένει βουβή, δε βρίσκει την αναμενόμενη ανταπόκριση, δε δικαιώνει το δημιουργό της. Η πίκρα ρίχνει τη βαριά σκιά της και η τέχνη αφανίζεται στη σκόνη του χρόνου: η υστεροφημία πάει περίπατο.

 Εκεί ακριβώς θυμήθηκα έναν άλλο ποιητή, που έριξε τη βαριά σκιά του στη μεσοπολεμική Ελλάδα των τραγικών διαψεύσεων, της παρακμής και της διάλυσης, τον Κώστα Καρυωτάκη. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματά του, που περιλαμβάνεται στη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Νηπενθή"(1919), αφιερώνεται στους "ποιητές που άδοξοι είναι", στους ποιητές που βρίσκουν καταφύγιο στο βάλσαμο της τέχνης τους, αλλά που καταλήγουν να πιουν το πικρό ποτήρι της λησμονιάς. Κανείς δεν τους θυμάται, κανείς δεν τους μνημονεύει.

ΜΠΑΛΑΝΤΑ
ΣΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.

Οι Ουγκό με “Τιμωρίες” την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι
Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
“Ποιος άδοξος ποιητής” θέλω να πούνε
“την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;”


Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμηνεύει Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Κώστα Καρυωτάκη.

Με τους υπέροχους στίχους του αγαπημένου μου ποιητή σας καληνυχτίζω!!!


1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...